Speak any language with confidence

Take our quick quiz to start your journey to fluency today!

Get started

Ζευγαρίζω (make dizzy) conjugation

Greek
εγω
εσυ
αυτ(ος/ή/ό)
εμείς
εσείς
αυτ(οί/ές/ά)
Present tense
ζευγαρίζω
ζευγαρίζεις
ζευγαρίζει
ζευγαρίζουμε
ζευγαρίζετε
ζευγαρίζουν
Future tense
θα ζευγαρίσω
θα ζευγαρίσεις
θα ζευγαρίσει
θα ζευγαρίσουμε
θα ζευγαρίσετε
θα ζευγαρίσουν
Aorist past tense
ζευγάρισα
ζευγάρισες
ζευγάρισε
ζευγαρίσαμε
ζευγαρίσατε
ζευγάρισαν
Past cont. tense
ζευγάριζα
ζευγάριζες
ζευγάριζε
ζευγαρίζαμε
ζευγαρίζατε
ζευγάριζαν
εσυ
εσείς
Imperfective imperative mood
ζευγάριζε
ζευγαρίζετε
Perfective imperative mood
ζευγάρισε
ζευγαρίστε

More Greek verbs

Related

Not found
We have none.

Similar

Not found
We have none.

Similar but longer

Not found
We have none.

Other Greek verbs with the meaning similar to 'make dizzy':

None found.