Speak any language with confidence

Take our quick quiz to start your journey to fluency today!

Get started

Ραΐζω (do) conjugation

Greek
This is an old form of the verb.
εγω
εσυ
αυτ(ος/ή/ό)
εμείς
εσείς
αυτ(οί/ές/ά)
Present tense
ραΐζω
ραΐζεις
ραΐζει
ραΐζουμε
ραΐζετε
ραΐζουν
Future tense
θα ραΐσω
θα ραΐσεις
θα ραΐσει
θα ραΐσουμε
θα ραΐσετε
θα ραΐσουν
Aorist past tense
ράισα
ράισες
ράισε
ραΐσαμε
ραΐσατε
ράισαν
Past cont. tense
ράιζα
ράιζες
ράιζε
ραΐζαμε
ραΐζατε
ράιζαν
εσυ
εσείς
Imperfective imperative mood
ράιζε
ραΐζετε
Perfective imperative mood
ράισε
ραΐστε

More Greek verbs

Related

Not found
We have none.

Similar

ταΐζω
feed

Similar but longer

Not found
We have none.

Other Greek verbs with the meaning similar to 'do':

None found.