Speak any language with confidence

Take our quick quiz to start your journey to fluency today!

Get started

Εξεικονίζομαι (specialize) conjugation

Greek
εγω
εσυ
αυτ(ος/ή/ό)
εμείς
εσείς
αυτ(οί/ές/ά)
Present tense
εξεικονίζομαι
εξεικονίζεσαι
εξεικονίζεται
εξεικονιζόμαστε
εξεικονίζεστε
εξεικονίζονται
Future tense
θα εξεικονιστώ
θα εξεικονιστείς
θα εξεικονιστεί
θα εξεικονιστούμε
θα εξεικονιστείτε
θα εξεικονιστούν
Aorist past tense
εξεικονίστηκα
εξεικονίστηκες
εξεικονίστηκε
εξεικονιστήκαμε
εξεικονιστήκατε
εξεικονίστηκαν
Past cont. tense
εξεικονιζόμουν
εξεικονιζόσουν
εξεικονιζόταν
εξεικονιζόμαστε
εξεικονιζόσαστε
εξεικονίζονταν
εσυ
εσείς
Imperfective imperative mood
εξεικονίζου
εξεικονίζεστε
Perfective imperative mood
εξεικονίσου
εξεικονιστείτε

More Greek verbs

Related

Not found
We have none.

Similar

απεικονίζομαι
employ

Similar but longer

Not found
We have none.

Other Greek verbs with the meaning similar to 'specialize':

None found.