Speak any language with confidence

Take our quick quiz to start your journey to fluency today!

Get started

Ξενοδουλεύω (dodder) conjugation

Greek
εγω
εσυ
αυτ(ος/ή/ό)
εμείς
εσείς
αυτ(οί/ές/ά)
Present tense
ξενοδουλεύω
ξενοδουλεύεις
ξενοδουλεύει
ξενοδουλεύουμε
ξενοδουλεύετε
ξενοδουλεύουν
Future tense
θα ξενοδουλέψω
θα ξενοδουλέψεις
θα ξενοδουλέψει
θα ξενοδουλέψουμε
θα ξενοδουλέψετε
θα ξενοδουλέψουν
Aorist past tense
ξενοδούλεψα
ξενοδούλεψες
ξενοδούλεψε
ξενοδουλέψαμε
ξενοδουλέψατε
ξενοδούλεψαν
Past cont. tense
ξενοδούλευα
ξενοδούλευες
ξενοδούλευε
ξενοδουλεύαμε
ξενοδουλεύατε
ξενοδούλευαν
εσυ
εσείς
Imperfective imperative mood
ξενοδούλευε
ξενοδουλεύετε
Perfective imperative mood
ξενοδούλεψε
ξενοδουλέψτε

More Greek verbs

Related

Not found
We have none.

Similar

Not found
We have none.

Similar but longer

Not found
We have none.

Random

νομοθετώ
legislate
ξελιγώνω
unnail
ξελογγώνω
clean well
ξεμένω
be stranded
ξεμουχλιάζω
cast off/remove/ward off the evil eye
ξεμπροστιάζω
cast off/remove/ward off the evil eye
ξενιτεύομαι
dodder
ξενοικιάζω
dodder
ξεροκοκκινίζω
vomit
ξεσελώνω
unsaddle

Other Greek verbs with the meaning similar to 'dodder':

None found.