Speak any language with confidence

Take our quick quiz to start your journey to fluency today!

Get started

Εφησυχάζω (rely on) conjugation

Greek
εγω
εσυ
αυτ(ος/ή/ό)
εμείς
εσείς
αυτ(οί/ές/ά)
Present tense
εφησυχάζω
εφησυχάζεις
εφησυχάζει
εφησυχάζουμε
εφησυχάζετε
εφησυχάζουν
Future tense
θα εφησυχάσω
θα εφησυχάσεις
θα εφησυχάσει
θα εφησυχάσουμε
θα εφησυχάσετε
θα εφησυχάσουν
Aorist past tense
εφησύχασα
εφησύχασες
εφησύχασε
εφησυχάσαμε
εφησυχάσατε
εφησύχασα
Past cont. tense
εφησύχαζόμουν
εφησύχαζόσουν
εφησύχαζόταν
εφησύχαζόμαστε
εφησύχαζόσαστε
εφήσυχαζ
εσυ
εσείς
Imperfective imperative mood
εφησύχσου
εφησυχάστε
Perfective imperative mood
να εφησυχάζεις
εφησυχάζετε

More Greek verbs

Related

Not found
We have none.

Similar

Not found
We have none.

Similar but longer

Not found
We have none.

Other Greek verbs with the meaning similar to 'rely on':

None found.