Speak any language with confidence

Take our quick quiz to start your journey to fluency today!

Get started

Εξαχρειώνω (cash) conjugation

Greek
εγω
εσυ
αυτ(ος/ή/ό)
εμείς
εσείς
αυτ(οί/ές/ά)
Present tense
εξαχρειώνω
εξαχρειώνεις
εξαχρειώνει
εξαχρειώνουμε
εξαχρειώνετε
εξαχρειώνουνε
Future tense
θα εξαχρειώσω
θα εξαχρειώσεις
θα εξαχρειώσει
θα εξαχρειώσουμε
θα εξαχρειώσετε
θα εξαχρειώσουνε
Aorist past tense
εξαχρείωσα
εξαχρείωσες
εξαχρείωσε
εξαχρειώσαμε
εξαχρειώσατε
εξαχρείωσαν
Past cont. tense
εξαχρείωνα
εξαχρείωνες
εξαχρείωνε
εξαχρειώναμε
εξαχρειώνατε
εξαχρείωναν
εσυ
εσείς
Imperfective imperative mood
εξαχρείωνε
εξαχρειώνετε
Perfective imperative mood
εξαχρείωσε
εξαχρειώστε

More Greek verbs

Related

Not found
We have none.

Similar

Not found
We have none.

Similar but longer

Not found
We have none.

Other Greek verbs with the meaning similar to 'cash':

None found.