Speak any language with confidence

Take our quick quiz to start your journey to fluency today!

Get started

Ενοχοποιούμαι (am implicated) conjugation

Greek
3 examples
εγω
εσυ
αυτ(ος/ή/ό)
εμείς
εσείς
αυτ(οί/ές/ά)
Present tense
ενοχοποιούμαι
ενοχοποιείσαι
ενοχοποιείται
ενοχοποιούμαστε
ενοχοποιείστε
ενοχοποιούνται
Future tense
θα ενοχοποιηθώ
θα ενοχοποιηθείς
θα ενοχοποιηθεί
θα ενοχοποιηθούμε
θα ενοχοποιηθείτε
θα ενοχοποιηθούν
Aorist past tense
ενοχοποιήθηκα
ενοχοποιήθηκες
ενοχοποιήθηκε
ενοχοποιηθήκαμε
ενοχοποιηθήκατε
ενοχοποιήθηκαν
Past cont. tense
ενοχοποιούμουν
ενοχοποιούσουν
ενοχοποιούνταν
ενοχοποιούμαστε
ενοχοποιούσαστε
ενοχοποιούνταν
εσυ
εσείς
Imperfective imperative mood
-
-
Perfective imperative mood
ενοχοποιήσου
ενοχοποιηθείτε

Examples of ενοχοποιούμαι

Example in GreekTranslation in English
Δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο ριζοσπαστικός ήταν μέχρι που ενοχοποιήθηκε για βόμβα στην πανεπιστημιούπολη.I didn't realize how radical he was until he was implicated in a bombing on campus.
- Κυρία, αν σας πούμε, θα ξέρετε, και αν ξέρετε, θα ενοχοποιηθείτε.Ma'am, if we tell you, you'll know, and if you know, you'll be implicated.
Μετά το θάνατο του αυτοκράτορα, ο Διάδοχος έχει ενοχοποιηθεί για τους θανάτους και τις παραμορφώσεις περίπου εκατό ατόμων.Since the Emperor's death, the Crown Prince has been implicated in the deaths and disfigurements of almost one hundred people.

More Greek verbs

Related

Not found
We have none.

Similar

Not found
We have none.

Similar but longer

Not found
We have none.

Other Greek verbs with the meaning similar to 'am implicated':

None found.