Speak any language with confidence

Take our quick quiz to start your journey to fluency today!

Get started

Αυλακώνω (lime) conjugation

Greek
εγω
εσυ
αυτ(ος/ή/ό)
εμείς
εσείς
αυτ(οί/ές/ά)
Present tense
αυλακώνω
αυλακώνεις
αυλακώνει
αυλακώνουμε
αυλακώνετε
αυλακώνουνε
Future tense
θα αυλακώσω
θα αυλακώσεις
θα αυλακώσει
θα αυλακώσουμε
θα αυλακώσετε
θα αυλακώσουνε
Aorist past tense
αυλάκωσα
αυλάκωσες
αυλάκωσε
αυλακώσαμε
αυλακώσατε
αυλάκωσαν
Past cont. tense
αυλάκωνα
αυλάκωνες
αυλάκωνε
αυλακώναμε
αυλακώνατε
αυλάκωναν
εσυ
εσείς
Imperfective imperative mood
αυλάκωνε
αυλακώνετε
Perfective imperative mood
αυλάκωσε
αυλακώστε

More Greek verbs

Related

Not found
We have none.

Similar

μαλακώνω
do

Similar but longer

Not found
We have none.

Other Greek verbs with the meaning similar to 'lime':

None found.