Speak any language with confidence

Take our quick quiz to start your journey to fluency today!

Get started

Αναμαλλιάζω (analyze) conjugation

Greek
εγω
εσυ
αυτ(ος/ή/ό)
εμείς
εσείς
αυτ(οί/ές/ά)
Present tense
αναμαλλιάζω
αναμαλλιάζεις
αναμαλλιάζει
αναμαλλιάζουμε
αναμαλλιάζετε
αναμαλλιάζουν
Future tense
θα αναμαλλιάσω
θα αναμαλλιάσεις
θα αναμαλλιάσει
θα αναμαλλιάσουμε
θα αναμαλλιάσετε
θα αναμαλλιάσουν
Aorist past tense
αναμάλλιασα
αναμάλλιασες
αναμάλλιασε
αναμαλλιάσαμε
αναμαλλιάσατε
αναμάλλιασαν
Past cont. tense
αναμάλλιαζα
αναμάλλιαζες
αναμάλλιαζε
αναμαλλιάζαμε
αναμαλλιάζατε
αναμάλλιαζαν
εσυ
εσείς
Imperfective imperative mood
αναμάλλιαζε
αναμαλλιάζετε
Perfective imperative mood
αναμάλλιασε
αναμαλλιάστε

More Greek verbs

Related

Not found
We have none.

Similar

αναγαλλιάζω
rejoice

Similar but longer

Not found
We have none.

Other Greek verbs with the meaning similar to 'analyze':

None found.