Speak any language with confidence

Take our quick quiz to start your journey to fluency today!

Get started

Ακούγομαι (am sharpened) conjugation

Greek
εγω
εσυ
αυτ(ος/ή/ό)
εμείς
εσείς
αυτ(οί/ές/ά)
Present tense
ακούγομαι
ακούγεσαι
ακούγεται
ακουγόμαστε
ακούγεστε
ακούγονται
Future tense
θα ακουστώ
θα ακουστείς
θα ακουστεί
θα ακουστούμε
θα ακουστείτε
θα ακουστούν
Aorist past tense
ακούστηκα
ακούστηκες
ακούστηκε
ακουστήκαμε
ακουστήκατε
ακούστηκαν
Past cont. tense
ακουγόμουν
ακουγόσουν
ακουγόταν
ακουγόμαστε
ακουγόσαστε
ακούγονταν
εσυ
εσείς
Imperfective imperative mood
ακούγου
ακούγεστε
Perfective imperative mood
-
ακουστείτε

More Greek verbs

Related

Not found
We have none.

Similar

Not found
We have none.

Similar but longer

Not found
We have none.

Other Greek verbs with the meaning similar to 'am sharpened':

None found.