Χειροτονώ (ordain) conjugation

Greek
6 examples

Conjugation of eiti

εγω
εσυ
αυτ(ος/ή/ό)
εμείς
εσείς
αυτ(οί/ές/ά)
Present tense
χειροτονώ
I ordain
χειροτονείς
you ordain
χειροτονεί
he/she ordains
χειροτονούμε
we ordain
χειροτονείτε
you all ordain
χειροτονούν
they ordain
Future tense
θα χειροτονήσω
I will ordain
θα χειροτονήσεις
you will ordain
θα χειροτονήσει
he/she will ordain
θα χειροτονήσουμε
we will ordain
θα χειροτονήσετε
you all will ordain
θα χειροτονήσουν
they will ordain
Aorist past tense
χειροτόνησα
I ordained
χειροτόνησες
you ordained
χειροτόνησε
he/she ordained
χειροτονήσαμε
we ordained
χειροτονήσατε
you all ordained
χειροτόνησαν
they ordained
Past cont. tense
χειροτονούσα
I was ordaining
χειροτονούσες
you were ordaining
χειροτονούσε
he/she was ordaining
χειροτονούσαμε
we were ordaining
χειροτονούσατε
you all were ordaining
χειροτονούσαν
they were ordaining
εσυ
εσείς
Imperfective imperative mood
χειροτόνει
be ordaining
χειροτονείτε
ordain
Perfective imperative mood
χειροτόνησε
ordain
χειροτονήστε
ordain

Examples of χειροτονώ

Example in GreekTranslation in English
Είμαι εκτός εκκλησίας εδώ και ένα χρόνο από τότε που χειροτόνησα έναν εκπρόσωπό της.I have been inactive in the church for all but one year since I was ordained a minister of the church.
Μόλις σε χειροτόνησα.I just ordained you.
Προσφάτως, άρχοντα Μπρέρετον, χειροτόνησα ένα νέο και ξεχωριστό ιερό τάγμα.Recently, master Brereton, I have ordained a new and very special holy order.
Αλλά πριν φύγει χειροτόνησε το γιο του ως μοναχό.But before he left he ordained his son as a monk.
Είναι περίπου σαν ο ο Θεός να χειροτόνησε τον Φράνκι.It's almost as if God ordained Frankie--
Ο κατακτητής, χειροτόνησε τον εαυτό του θεό, κατοίκησε σε ένα ναό σε ένα από τα νησιά, που το ονόμασε ταμπού, και μετέφερε το θέλημά του στους ανθρώπους διαμέσου ενός ανθρώπου του, τον οποίο ονόμασε ο Αρχιερέας.Their conqueror ordained himself a god, dwelt in a temple on an island, which he declared taboo, and interpreted his will to the people through a cohort whom he named the High Priest.

More Greek verbs

Related

Not found
We have none.

Similar

Not found
We have none.

Similar but longer

Not found
We have none.

Other Greek verbs with the meaning similar to 'ordain':

None found.
Learning Greek?